Τι σημαίνει η απόφαση του ΑΠ για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη: Οι επιπτώσεις για πολίτες και πληρωμές

Μείωση των στεγαστικών δανείων, αύξηση των πλειστηριασμών και αλλαγή στην κουλτούρα πληρωμών, ενδέχεται να είναι ορσιμένες από τις επιπτώσεις που αναμένονται από την απόφαση του Αρείου Πάγου για τους δανειολήπτεις που υπάγονται στον νόμο Κατσέλη, σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και παράγοντες της Τράπεζας της Ελλάδος.
Την ίδια ώρα, καθώς ακόμη αναμένεται η αποσαφήνιση της απόφασης, κρίσιμες παράμετροι που πρέπει να διευκρινιστούν είναι:
- Εάν η απόφαση θα εφαρμοστεί μόνο για το μέλλον ή και αναδρομικά,
- Ποιες κατηγορίες δανείων και ποιο στάδιο ρυθμίσεων καταλαμβάνει,
- Κατά πόσο επηρεάζει ήδη εκτελούμενες δικαστικές ρυθμίσεις ή μόνο εκκρεμείς υποθέσεις.
Η οριοθέτηση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς θα καθορίσει το πραγματικό εύρος των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών επιπτώσεων και τις ανάλογες κινήσεις από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Η «γραμμή άμυνας»
Καθώς αναμένεται να καθαρογραφθεί η απόφαση παράγοντες του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αλλά και της Τραπέζης της Ελλάδος, ετοιμάζουν τη «γραμμή άμυνας».
Ειδικότερα, όπως υποστηρίζουν, αναμένονται επιπτώσεις για τις τράπεζες και κίνδυνος για το πρόγραμμα «Ηρακλής», καθώς η μείωση των ανακτήσεων εκτιμάται ότι μπορεί να δημιουργήσει χρηματοδοτικό κενό έως και ένα δισ. ευρώ με πιθανή ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων. Ωστόσο, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σύμφωνα με πηγές της ΤτΕ επεκτείνονται στους δανειολήπτες, καθώς η επιδείνωση των ταμειακών ροών των τιτλοποιήσεων αυξάνει την αβεβαιότητα σχετικά με τις ρυθμίσεις και τη βιωσιμότητα των λύσεων που τους αφορούν, εντείνοντας το οικονομικό και κοινωνικό βάρος για χιλιάδες νοικοκυριά.
Ταυτόχρονα, προσθέτουν, η μεταβολή βασικών χρηματοοικονομικών παραμέτρων εκ των υστέρων, ενδεχομένως να δημιουργήσει την αίσθηση ότι το θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο μπορεί να αλλάζει απρόβλεπτα και να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη, τις επενδύσεις και στη σταθερότητα της οικονομίας.
Οι πέντε βασικές επιπτώσεις
- Μείωση νέας στεγαστικής πίστης.
Η απόφαση, λόγω της ελάφρυνσης δανείων υψηλού ρίσκου, είναι πιθανό να οδηγήσει σε πιο «προσεκτική στάση» από τις τράπεζες ως προς τη χορήγηση νέων στεγαστικών δανείων. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση σε δανειολήπτες με σταθερά εισοδήματα και υψηλότερη πιστοληπτική ικανότητα, δηλαδή σε περιπτώσεις όπου η αποπληρωμή του δανείου εμφανίζεται πιο διασφαλισμένη.
Η τάση αυτή μπορεί να περιορίσει τη συνολική ροή νέας στεγαστικής πίστης, ιδίως προς νοικοκυριά με χαμηλότερα ή λιγότερο σταθερά εισοδήματα, επηρεάζοντας μεσοπρόθεσμα τη ζήτηση για κατοικίες και τη δυναμική της στεγαστικής αγοράς.
Παράλληλα, οι τραπεζίτες εκφράζουν έντονους φόβους και για αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, προκειμένου να καλυφθεί το όποιο κόστος δημιουργείται.
- Ανησυχία για αύξηση πλειστηριασμών
Την ίδια ώρα, η προσπάθεια κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού που δημιουργείται στις τιτλοποιήσεις, μπορεί να οδηγήσει στην εντατικοποίηση των πλειστηριασμών και ρευστοποιήσεων περιουσιακών στοιχείων, γεγονός που καθιστά τη διαχείριση των συγκεκριμένων δανείων πιο πιεστική τόσο οικονομικά, όσο και κοινωνικά.
- Επενδυτικοί κίνδυνοι
Οι επενδυτές, επισημαίνουν, ότι ενδέχεται να θεωρήσουν ότι οι κανόνες μπορούν να μεταβάλλονται απρόβλεπτα, γεγονός που αυξάνει το επενδυτικό ρίσκο σε τιτλοποιήσεις και χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η εξέλιξη αυτή, προσθέτουν από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μπορεί να δυσχεράνει την προσέλκυση επενδύσεων, να επηρεάσει το κόστος χρηματοδότησης και να περιορίσει την πρόσβαση τραπεζών, επιχειρήσεων και Δημοσίου στις αγορές κεφαλαίου.
Σύμφωνα με την εκτίμηση του οίκου αξιολόγησης Moody’s, παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν σήμερα ενισχυμένα κεφαλαιακά και κερδοφοριακά μεγέθη, η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση εισάγει πρόσθετη νομική αβεβαιότητα και δημιουργεί μεσοπρόθεσμες προκλήσεις, τόσο για την ποιότητα ενεργητικού όσο και για τη δομή και τη βιωσιμότητα μελλοντικών τιτλοποιήσεων.
- Επίδραση στην κουλτούρα πληρωμών
Η απόφαση, παρότι αφορά ειδικά σε δανειολήπτες του «νόμου Κατσέλη», ενδέχεται να καλλιεργήσει προσδοκίες αντίστοιχης μεταχείρισης και σε άλλες κατηγορίες οφειλετών.
Η εξέλιξη αυτή ενέχει τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της κουλτούρας πληρωμών και επαναφοράς κινήτρων στρατηγικής αθέτησης, σε μια περίοδο κατά την οποία έχει επιτευχθεί ουσιαστική εξυγίανση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και συνολική αναβάθμιση της πιστοληπτικής εικόνας και της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας.
- Διεθνής πρωτοτυπία στον εκτοκισμό στεγαστικών δανείων
Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη απόφαση του Αρείου Πάγου που καθιερώνει εκτοκισμό των στεγαστικών δανείων του «νόμου Κατσέλη» επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου, αποκλίνει από τη συνήθη διεθνή τραπεζική πρακτική.
Δεν υπάρχει αντίστοιχη δικαστική απόφαση σε άλλη χώρα του κόσμου που να εφαρμόζει ως γενικό κανόνα εκτοκισμού τη μηνιαία δόση αντί του υπολοίπου της οφειλής.
Σημειώνεται ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας θεσπίστηκε το 2010 με τον ν. 3869/2010 («νόμος Κατσέλη»), στην έναρξη της κρίσης, με αρχική ημερομηνία λήξης την 31/12/2018. Η προστασία τερματίστηκε οριστικά τον Φεβρουάριο 2019.
Το περίπου 43% των αιτήσεων απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια, κυρίως λόγω κρίσης περί «δολιότητας», δηλαδή ότι κατά τη λήψη του δανείου δεν υπήρχε πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής.
Τι προβλεπόταν για όσους εντάχθηκαν στο νόμο
Για όσους εντάχθηκαν επιτυχώς:
- Προβλεπόταν διάσωση της πρώτης κατοικίας με αποπληρωμή έως το 80% της αντικειμενικής αξίας, σε 20- 35 έτη με έντοκες δόσεις.
- Σε περίπτωση ύπαρξης δευτερεύουσας κατοικίας, προβλεπόταν εκποίηση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν υλοποιήθηκε στην πράξη για πρακτικούς λόγους.
Με βάση τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, έως το τέλος του 2024:
- Περίπου 195.000 δανειολήπτες έχουν ενταχθεί στον «νόμο Κατσέλη».
- Τα δάνεια ανέρχονται συνολικά σε περίπου 6,1 δισ. ευρώ.
- Από αυτά, περίπου 5,4 δισ. ευρώ (140.000 δανειολήπτες) βρίσκονται σε τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής», ενώ τα υπόλοιπα παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών.



